εύσελμος

εὔσελμος και επικ. τ. ἐΰσσελμος, -ον (Α)
(για πλοία) αυτός που έχει καλά σέλματα, θέσεις για τους κωπηλάτες («νηὸς ἐϋσσέλμοιο», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + σέλμα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐύσελμος — ἐΰσελμος , εὔσελμος well benched masc/fem nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔσελμος — well benched masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσέλμοιο — εὔσελμος well benched masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσέλμοις — εὔσελμος well benched masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσέλμου — εὔσελμος well benched masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσέλμους — εὔσελμος well benched masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσέλμων — εὔσελμος well benched masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσέλμῳ — εὔσελμος well benched masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔσελμοι — εὔσελμος well benched masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εΰσσελμος — ἐΰσσελμος, ον (Α) βλ. εύσελμος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.